Υπάρχουν εκκλησιαστικές παρεμβάσεις που εξαντλούνται στις ευγενικές διατυπώσεις και υπάρχουν εκείνες που δίνουν στον δημόσιο διάλογο περιεχόμενο, κατεύθυνση και ουσία. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει η μνημειώδης ομιλία του Επισκόπου Τανάγρας Αποστόλου, διευθυντή του Γραφείου της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στις Βρυξέλλες, για τις χριστιανικές αξίες στην Ευρώπη και τη νέα ανάγνωση του άρθρου 17 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Με θεσμική σοβαρότητα, αλλά και αξιοσημείωτη ελευθεροστομία, ο Θεοφιλέστατος έθεσε ένα ερώτημα που η Ευρώπη δεν δικαιούται να παρακάμπτει: πώς θα παραμείνει πιστή στην ιστορική και χριστιανική της κληρονομιά, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη θρησκευτική ελευθερία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια όλων;
Η αξία της παρέμβασής του βρίσκεται στην τόλμη να ανοίξει αυτή τη συζήτηση μέσα στο ευρωπαϊκό θεσμικό περιβάλλον. Να μιλήσει για την ταυτότητα της Ευρώπης, για τα όρια της ανοχής και για την απαίτηση σεβασμού της δημοκρατικής έννομης τάξης, χωρίς να καταφύγει ούτε στη σιωπή ούτε στις εύκολες γενικεύσεις.

Ο Επίσκοπος Τανάγρας ανέδειξε ιδιαίτερα την τρίτη παράγραφο του άρθρου 17 και τον θεσμοθετημένο διάλογο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις Εκκλησίες, τις θρησκευτικές κοινότητες και τις φιλοσοφικές και μη ομολογιακές οργανώσεις.
Στην ανάγνωσή του, αυτός ο διάλογος αποτελεί αναγνώριση της ζωντανής συμβολής των Εκκλησιών στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Η Εκκλησία έχει λόγο για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την κοινωνική συνοχή, την παιδεία, την αλληλεγγύη και την ειρήνη. Η παρουσία της στους ευρωπαϊκούς θεσμούς αποκτά περιεχόμενο όταν καταθέτει αυτόν τον λόγο με σαφήνεια και ευθύνη.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η σημασία της ομιλίας του: αξιοποίησε μια θεσμική πρόβλεψη για να θέσει ουσιαστικά ζητήματα. Ο διάλογος δεν μπορεί να περιορίζεται σε τελετουργικές συναντήσεις, φωτογραφίες και ανταλλαγές φιλοφρονήσεων. Οφείλει να χωρά και τις δύσκολες ερωτήσεις.
Θρησκευτική ελευθερία χωρίς παράλληλη εξουσία
Η αιχμή της παρέμβασής του αποτυπώθηκε σε μία καθαρή διατύπωση:
«Ελευθερία θρησκείας δεν σημαίνει ελευθερία παράλληλης νομοθεσίας».
Με αυτή τη θέση έθεσε το ουσιαστικό όριο: κάθε θρησκευτική κοινότητα δικαιούται να ασκεί ελεύθερα την πίστη της, οφείλει όμως να σέβεται το συνταγματικό και νομικό πλαίσιο της κοινωνίας στην οποία δραστηριοποιείται.
Η επίκληση της πίστης δεν μπορεί να νομιμοποιεί την επιβολή κανόνων που υποκαθιστούν το δεσμευτικό δίκαιο.
Η θέση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στη συζήτηση για τον ισλαμισμό στην Ευρώπη, όταν αυτός εκφράζεται ως πολιτική επιδίωξη επιβολής θρησκευτικής εξουσίας. Απέναντι σε τέτοιες αξιώσεις, η υπεράσπιση της δημοκρατίας χρειάζεται καθαρό λόγο και σταθερότητα.
Ο Θεοφ. Τανάγρας Απόστολος είχε την τόλμη να προσεγγίσει το επίμαχο ζήτημα που στον δημόσιο διάλογο περιγράφεται ως «εξισλαμισμός της Ευρώπης».
Δεν υιοθέτησε άκριτα τον όρο ούτε παρουσίασε τη μουσουλμανική παρουσία ως συλλογική απειλή.
Επεσήμανε ωστόσο τις διαφορετικές χρήσεις του και ζήτησε σοβαρή μελέτη των πραγματικών δεδομένων.
Και αυτή η ακρίβεια στο λόγο του ενισχύει την παρρησία του. Η αντιμετώπιση ισλαμιστικών επιδιώξεων που αμφισβητούν το κράτος δικαίου απαιτεί συγκεκριμένα στοιχεία, θεσμικό έλεγχο και εφαρμογή του νόμου. Ο ίδιος υπογράμμισε ότι οι παραβάσεις κρίνονται με βάση τις πράξεις και τις προβλεπόμενες διαδικασίες, ενώ η θρησκευτική ταυτότητα από μόνη της δεν αποτελεί λόγο παρανομίας.
Έτσι, η ομιλία του έδωσε ουσιαστική απάντηση σε ένα δύσκολο θέμα: ελευθερία πίστης για όλους, κοινό πλαίσιο δικαίου για όλους. Η Ευρώπη οφείλει να προστατεύει και τα δύο με την ίδια αποφασιστικότητα.Λλλά να ελέγχει την παραβατικότητα.

Εξίσου σημαντική υπήρξε η υπενθύμισή του ότι η Ευρώπη δεν εξαντλείται στην οικονομία, στους διοικητικούς μηχανισμούς και στα κανονιστικά της κείμενα. Διαθέτει ιστορική μνήμη και πνευματικές παραδόσεις που συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωσή της.
Ο Επίσκοπος Τανάγρας αναφέρθηκε στο αποτύπωμα του χριστιανικού μηνύματος στην τέχνη, στην εκπαίδευση, στη φιλανθρωπία και στην αντίληψη για την αξία του ανθρώπινου προσώπου.
Και προχώρησε στην απαιτητικότερη πλευρά του ζητήματος: η διατήρηση αυτής της κληρονομιάς προϋποθέτει ανανέωση της δέσμευσης στις ίδιες τις αξίες της.
Παιδεία, κοινωνική ευθύνη, αλληλεγγύη, συγχώρεση και σεβασμός προς τον άνθρωπο. Εκεί κρίνεται η αξιοπιστία της χριστιανικής παρουσίας. Η υπεράσπιση των ριζών της Ευρώπης αποκτά δύναμη όταν συνοδεύεται από έργο, συνέπεια και ζωντανή μαρτυρία.
Στο ίδιο πλαίσιο παρουσίασε την αποστολή του Γραφείου στις Βρυξέλλες: παρακολούθηση των ευρωπαϊκών εξελίξεων, διατύπωση προτάσεων, συνεργασία με θεσμούς και φορείς, προώθηση πολιτιστικών και ανθρωπιστικών πρωτοβουλιών. Μια παρουσία που καλείται να μεταφέρει την ορθόδοξη εμπειρία στη συζήτηση για το κοινό ευρωπαϊκό μέλλον.

Θετική εντύπωση προκάλεσε και μια λεπτομέρεια που αποτυπώνεται στη φωτογραφία της παρέμβασής του. Στην καρτέλα μπροστά του αναγραφόταν το Γραφείο της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στις Βρυξέλλες, χωρίς προσωπικό όνομα.
Η εικόνα αυτή είχε ιδιαίτερη σημειολογική αξία και δεν πέρασε απαρατήρητη. Στο προσκήνιο βρισκόταν ο θεσμός που εκπροσωπούσε, η αποστολή του και η Εκκλησία της Ελλάδος. Σε μια εποχή έντονης προσωπικής προβολής, μια τέτοια παρουσία εκπέμπει μέτρο και συναίσθηση ευθύνης.
Η ομιλία του Επισκόπου Τανάγρας Αποστόλου αξίζει να προσεχθεί για τον συνδυασμό τόλμης και ακρίβειας.
Έθεσε δύσκολα ζητήματα, υπερασπίστηκε τη χριστιανική κληρονομιά και διατύπωσε σαφή όρια απέναντι σε κάθε απόπειρα υποκατάστασης του κράτους δικαίου από θρησκευτική εξουσία.
Η Εκκλησία της Ελλάδος χρειάζεται αυτή την παρουσία στην Ευρώπη: θεσμική, ουσιαστική και θαρραλέα. Με επίγνωση της αποστολής της και με την ελευθερία να λέει όσα ο διάλογος έχει ανάγκη να ακούσει.

