Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Τανάγρας κ. Αποστολος, διευθυντής του Γραφείου της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος παρά τη ΕΕ συμμετείχε με εισήγηση και συμμετοχή σε συζήτηση στα Αγγλικά στο Private Salon of the Churchill, at the European Parliament in Strasbourg, σήμερα την 21η Οκτ και ώρα 14:30μμ, μετά από πρόσκληση από την Intercultural and Religious Dialogue Team Outreach & Intercultural and Religious Dialogue Unit Strategy, Foresight and Network Directorate EPP Group in the European Parliament. Το θέμα της εισήγησης ήταν : Ανθρώπινη Αξιοπρέπεια και Ηθική Διακυβέρνηση στην Κοινωνία .
Παρατιθεται η ομιλία στα ελληνικά και αγγλικά .
ΕΛΛΗΝΙΚΑ:
Ανθρώπινη Αξιοπρέπεια και Ηθική Διακυβέρνηση στην Κοινωνία
Ομιλία στην Ομάδα Εργασίας του ΕΛΚ για τον Διαπολιτισμικό και Διαθρησκειακό Διάλογο
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,
Στρασβούργο 21 Οκτωβρίου 2026
ΕΙΣΑΓΩΓΗ — Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ
Κυρίες και Κυριοι
Εχουμε σήμερα την ευκαιρία για μια αναφορά στο θεμελιώδες για τη ζωή δικαίωμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, όπως εντάσσεται στην εξίσωση που διασφαλίζει την υπεράσπισή του μέσω της διακυβέρνησης των κοινωνιών σύμφωνα με πρακτικές ηθικές και αξίες.
Ι. Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ
Σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο όπως το σημερινό, ίσως δεν είναι αναγκαίο να ειπωθούν πολλά για τον ορισμό του δικαιώματος, καθώς ο οικείος μας Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ ξεκινά με αυτό: σε μια μόλις γραμμή το άρθρο 1 αναφέρει ότι η Human dignity is inviolable. It must be respected and protected. Συνάγεται δε από τη σύντομη διατύπωση ότι αποτελεί και τον κυματοθραύστη σε μια σειρά άλλων δικαιωμάτων που μπορούν να την πλήξουν.
Σύμφωνα με την επεξήγηση της European Union Agency for Fundamental Rights, «η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν είναι μόνο θεμελιώδες δικαίωμα αυτή καθεαυτή, αλλά αποτελεί την ίδια τη βάση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η Οικουμενική Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου του 1948 κατοχυρώνει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια στο προοίμιό της» γράφοντας ότι «η αναγνώρισή της, σύμφυτη σε όλα τα μέλη της ανθρώπινης οικογένειας, καθώς και των ίσων και αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων τους, αποτελεί θεμέλιο της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο».
Προστίθεται στο ίδιο επεξηγηματικό κείμενο ότι στην απόφαση που ελήφθη από το Δικαστήριο την 9η Οκτωβρίου 2001 στην υπόθεση C-377/98 Κάτω Χώρες κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, και δη στις παραγράφους 70 έως 77 του σκεπτικού της, επιβεβαιώθηκε ότι «το θεμελιώδες δικαίωμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αποτελεί στοιχείο του δικαίου της Ένωσης… Κανένα από τα δικαιώματα που ορίζει ο Χάρτης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την προσβολή της αξιοπρέπειας άλλου προσώπου … η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ανήκει καθ’ υπόσταση στα δικαιώματα που αυτός ορίζει. Δεν μπορεί ως εκ τούτου να θιγεί ούτε κατά τον περιορισμό δικαιώματος».
ΙΙ. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΙΣΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
Η κατοχύρωση όμως του δικαιώματος δεν συνοδεύεται και από περιγραφή του όρου. Χρειάστηκε να ανατρέξουμε στη βιβλιογραφία για να συνοψίσουμε τι είναι αυτό που θεωρείται κοινός τόπος στους ορισμούς και φάνηκε ότι είναι η ίδια η ανθρώπινη υπόσταση.
Ένας από αυτούς σχολιάζει και τον συσχετισμό της με το κράτος και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Συγκεκριμένα η Shamina A. Ansari γράφει ότι η «Human Dignity can be defined as “An Individual or Group’s sense of self-respect and self-worth, physical and Psychological integrity and empowerment”. Human Dignity is inherent to every human being, inalienable and independent of the State. Whereas Human Rights are rights inherent to all Human Being, regardless of race, sex, nationality, ethnicity, languages, religion, or any other status. Human Rights include the right to life and liberty, freedom from slavery and torture, freedom of opinion and expression, the right to work and education and many more. The importance of Human Rights and the requirement to respect everyone’s right is based on the notion of Human Dignity: it is considered to be the foundation of Human Rights. All Human beings are born free and equal in dignity and rights».
Φυσικά σημαντική δυσκολία ώστε να εγκαθιδρυθεί πλήρως μια τέτοια πραγματικότητα προκαλεί η διαφορετική αντιμετώπιση των δικαιωμάτων από ορισμένες θρησκείες, ειδικά εκείνες που προωθούν τον ανισομερή καταμερισμό τους με γνώμονα τη διαφοροποίηση των φύλων.
Θα πρέπει να συζητήσουμε επάνω στο πρόβλημα και να μην διστάσουμε να κρατήσουμε τις αποστάσεις μας από όσους επιμένουν σε μια τέτοια υποτίμηση της ανθρώπινης υπόστασης.
ΙΙΙ. ΗΘΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ: ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
Ασφαλώς, η σύνδεση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας με την ηθική διακυβέρνηση, όπως το ζητά το θέμα της συνάντησής μας εξάλλου, προϋποθέτει συγκεκριμένη αντίληψη και για τον τρόπο διαχείρισης του κοινωνικού συνόλου σε εθνικό πλαίσιο.
Τρία ερωτήματα προκύπτουν εδώ: α) τι σημαίνει ηθική διακυβέρνηση; β) ποιος είναι ο ρόλος του κράτους στην εγκαθίδρυση και διατήρησή της; και γ) σε ποιον βαθμό είναι εφικτή υπό τις συνθήκες και τις κρίσεις που βιώνει στις ημέρες μας ο πλανήτης;
Ως προς το πρώτο ερώτημα, ας σημειωθεί ότι η ηθική διακυβέρνηση δεν αφορά μόνο σε κρατικές ενέργειες αλλά στον τρόπο με τον οποίο κάθε οργανισμός διαχειρίζεται τον ανθρώπινο παράγοντα στο πλαίσιο της λειτουργίας και των συναλλαγών του.
Ειδικότερα όμως ως προς το κράτος, έχει συσχετισθεί με την ανάγκη για διαφάνεια, ισότητα, ακεραιότητα και αποτελεσματικότητα στις λειτουργίες, στους χώρους της δικαιοσύνης, της διοίκησης, αλλά και σε όλο τον ευρύτερο τομέα των δημοσίων υπηρεσιών.
Η ηθική και δεοντολογική διάσταση είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την ιδέα μιας διοίκησης που υπηρετεί τους πολίτες και τους χρήστες αυτής, υπό την έννοια ότι ενυπάρχουν στις δομές ενός κράτους που τάσσεται υπέρ του δημοσίου συμφέροντος και το προασπίζει, ενώ ταυτόχρονα υπηρετεί το κοινό καλό.
Ως προς το δεύτερο ερώτημα, διατυπώνεται ότι το σύγχρονο κράτος πρόνοιας στοχεύει θεωρητικά στη συνολική ευημερία των πολιτών και υποστηρίζει κάθε άτομο οποιουδήποτε κοινωνικού στρώματος.
Λειτουργεί ως φύλακας και διασφαλίζει τα δικαιώματα των πολιτών. Στην πάροδο δε των χρόνων και καθώς οι εποχές μεταβάλλονται, οι προσδοκίες των πολιτών από τη διοίκηση έχουν επίσης αυξηθεί.
Οι πολίτες συνεργάζονται με τους κρατικούς αξιωματούχους ώστε να εκτελούν τις καθημερινές τους δραστηριότητες με άμεσο αντίκτυπο στη ζωή τους.
Στο πλαίσιο αυτό και υπό την ηθική διάσταση της διακυβέρνησης οι διοικητικές ενέργειες αντικατοπτρίζουν την ανησυχία για τη συνολική ευημερία των πολιτών και οι δημόσιοι υπάλληλοι θέτουν υψηλά ηθικά πρότυπα, όχι μόνο για τους ίδιους αλλά και για την κοινότητα στο σύνολό της, καθώς έχουν την ευθύνη της εφαρμογής των δημόσιων πολιτικών.
Ο ρόλος τους είναι καθοριστικός και στη διαχείριση των διαθέσιμων πόρων, την παροχή ποιοτικών δημόσιων υπηρεσιών στην κοινωνία, καθώς και τη λήψη ουσιαστικών αποφάσεων που επηρεάζουν τη ζωή των πολιτών κατά την εκτέλεση καθημερινών δραστηριοτήτων.
IV. ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ
Το πρόβλημα ωστόσο συχνά έγκειται στην απάντηση του τρίτου ερωτήματος σχετικά με την πραγματική διάσταση των κυβερνητικών ενεργειών, οι οποίες ενδεχομένως θίγουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τα συνδεδεμένα δικαιώματα, αν όχι από δόλο, τουλάχιστον εξαιτίας αμέλειας ή καθιερωμένων πρακτικών, εν πολλοίς οικονομικών.
Πολλές κυβερνήσεις παγκοσμίως, ίσως και λόγω της αδυναμίας τους να ανταποκριθούν, εκχωρούν παραδοσιακά εγγενείς δραστηριότητές τους μέσω απορρύθμισης, ιδιωτικοποίησης, παραχωρήσεων, εξωτερικής ανάθεσης ή απλής εγκατάλειψης, ακόμη και όταν πρόκειται για ευαίσθητους τομείς όπως ο έλεγχος τροφίμων και φαρμάκων, η δημόσια υγεία και η προσωπική ασφάλεια.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι κοινωνικές ομάδες, όταν είναι μάλιστα ευπαθείς, να βιώνουν συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού, ο οποίος περιγράφεται ως δυναμική διαδικασία σταδιακής και πολυδιάστατης διάρρηξης του κοινωνικού δεσμού, ήτοι ως διαδικασία μειούμενης συμμετοχής, πρόσβασης και αλληλεγγύης.
Ως κοινωνικός δεσμός γίνεται κατανοητό το πλέγμα κοινωνικών σχέσεων, θεσμών, και αίσθησης του ανήκειν, που με τη σειρά τους συνθέτουν την κοινωνική συνοχή, ένταξη και αλληλεγγύη.
Σε επίπεδο κοινωνίας ο κοινωνικός αποκλεισμός αντανακλά την ανεπαρκή κοινωνική συνοχή ή ενσωμάτωση, ενώ στο επίπεδο του ατόμου την αδυναμία συμμετοχής στις συνηθισμένες κοινωνικές δραστηριότητες, με αποτέλεσμα συχνά την έντονη έλλειψη βασικών προσόντων και δεξιοτήτων.
Πιθανές επιπτώσεις είναι η μείωση φυσικών προσόντων, λόγω σωματικής, ψυχικής ή νοητικής μειονεξίας, ο εγκλεισμός σε ιδρύματα όπως οι φυλακές και τα ψυχιατρεία, ο κοινωνικός στιγματισμός σε συνδυασμό με στερεότυπα, ρατσισμό και προκαταλήψεις, ασφαλώς η ψυχολογική βία και υποτίμηση, και βεβαίως η φτώχεια.
Τα προβλήματα περιλαμβάνουν επίσης την πείνα και κακή διατροφή, τη κακή υγεία ως συνέπεια περιορισμένης πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη και έλλειψης κοινωνικής ασφάλισης, την έλλειψη στέγης και ενδεχομένως τη διαβίωση σε μη ασφαλή περιβάλλοντα, την παιδική εγκληματικότητα, τη χρήση ναρκωτικών και αλκοόλ, τη σωρεία βανδαλισμών και κλοπών-διαρρήξεων, και πολλά άλλα.
Όλες αυτές είναι σαφείς εκχωρήσεις της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την ώρα που αναπόφευκτα θα δαπανηθούν τεράστια ποσά για την αυξανόμενη αστυνόμευση, το μεγαλύτερο κόστος λειτουργίας δικαστηρίων και φυλακών, το επίσης αυξανόμενο κόστος για νοσοκομειακή περίθαλψη λόγω ατυχημάτων ή βίας (π.χ. ενδοοικογενειακής), καθώς και το κόστος συντήρησης δημόσιων χώρων, σχολείων κ.ά.
V. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΕΤΑΙΡΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ
Θα υποστηρίξουμε στο σημείο αυτό ότι το σύγχρονο κράτος μπορεί και πρέπει να δεχτεί βοήθεια στην επανίδρυση της ηθικής δεοντολογίας που θα πρέπει να διέπει το κοινωνικό του έργο από έναν εταίρο παραδοσιακά συνδεδεμένο με την υπόσταση του ανθρώπου στην ηθική της διάσταση, όμως και ικανό να συνδράμει και πρακτικά στο πολύπτυχο έργο των κρατικών θεσμών και υπηρεσιών.
Αυτός ο εταίρος δεν μπορεί παρά να είναι άλλος από την Εκκλησία, η δυνητική θέση της οποίας στην εξίσωση ανθρώπινης αξιοπρέπειας – ηθικής διακυβέρνησης μπορεί να στηριχτεί ιστορικά στην παράδοση και τρεχόντως στη δυναμική της.
Η Εκκλησία το πράττει μέσα σε δύσκολες συνθήκες καθώς σε τοπικό επίπεδο οι ενοριες προσπαθούν να ανταποκριθούν στην αυξανόμενη πολιτισμική ποικιλομορφία, στις εξαιρετικά σύνθετες και αλληλεξαρτώμενες οικονομικές πραγματικότητες, καθώς και στην ανασφάλεια και τους φόβους που προκαλούν οι κοινωνικές αλλαγές.
Μπροστά στους κινδύνους που ενέχει ένα τέτοιο περιβάλλον απαιτείται η ειρηνική και δίκαιη συνύπαρξη, που εξαρτάται από ένα κοινό αίσθημα συλλογικότητας και από τη διάθεση των ανθρώπων να συνεργαστούν μεταξύ τους.
Ωστόσο, υπάρχουν και εκείνοι που εκφράζουν τον φόβο ότι η συμμετοχή των Ορθόδοξων Εκκλησιών σε συνεργατικές προσπάθειες προώθησης της αξιοπρέπειας και των δικαιωμάτων όλων των ανθρώπων ενδέχεται σταδιακά να υποβαθμίσει τη διακριτή στάση της πίστης, καθιστώντας την δευτερεύουσα και επουσιώδη, ή να οδηγήσει σε αντίληψη περί ηθικών αρχών και αξιών της Ορθοδοξίας αποκομμένων ή ανεξάρτητων από τη θεολογική τους βάση.
Όμως, αποστασιοποιημένη από μια τέτοια προσπάθεια η Εκκλησία θα έδινε λιγότερη σημασία στο ιδεώδες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εστιάζοντας αποκλειστικά στην εσωτερική της ζωή και αγνοώντας τις προκλήσεις που εγείρει ο σύγχρονος κόσμος.
VI. Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ
Στο πλαίσιο αυτό η Αποστολική Διακονία, επίσημος Εκκλησιαστικός Οργανισμός που τελεί υπό την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, έχει συντάξει ένα κείμενο το οποίο αναφέρεται δίχως περιστροφές και υπεκφυγές στην αποστολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας:
Ήδη από τον τίτλο του διαπιστώνεται ότι μέριμνες αποτελούν η εδραίωση της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της αδελφοσύνης και της αγάπης μεταξύ των λαών, καθώς και η εξάλειψη των φυλετικών και άλλων διακρίσεων.
Στο κεφάλαιο με τίτλο The Dignity of the Human Person, τεκμηριώνεται θεολογικά η αναγκαιότητα για διαχριστιανική συνεργασία και μάλιστα προς κάθε κατεύθυνση για την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Αυτό συνεπάγεται ότι χωρίς να επιδιωχθεί ο θρησκευτικός συγκρητισμός πρέπει να συντονισθούν οι προσπάθειες όλων ανεξαιρέτως των Χριστιανών και να αποκτήσουν μεγαλύτερη βαρύτητα και σημασία, δεδομένης της σημασίας της κοινής αποδοχής της ύψιστης αξίας του ανθρώπινου προσώπου.
Η κοινή διακονία αποτελεί εντολή του Θεού (Μτ. 5:9).
VII. Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΤΙΣ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ
Εξάλλου, το πολύπλευρο έργο του Γραφείου της Εκκλησίας της Ελλάδος στις Βρυξέλλες, τη διευθυντική θέση του οποίου έχει την τύχη, την τιμή και τη χαρά να κατέχει ο ομιλών, έχει θέσει ως έναν από τους κύριους στόχους του τη διατύπωση παρατηρήσεων και προτάσεων προς τις αρμόδιες ευρωπαϊκές και εθνικές αρχές με απώτερο σκοπό τη συμμετοχή στις συζητήσεις για ειρήνη, συμφιλίωση και συνεργασία των λαών της Ευρώπης.
Με τη συμμετοχή του σε δραστηριότητες, οι οποίες προωθούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και αφορούν στη θρησκευτική, πνευματική, ανθρωπιστική και οικονομική αλληλεγγύη μεταξύ των λαών της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου, ώστε να ενισχυθούν ο αλληλοσεβασμός, η αλληλοκατανόηση και η αλληλεγγύη, μέσα σε ένα πνεύμα καταλλαγής και ενάντιο στην ξενοφοβία και τις φυλετικές διακρίσεις, δείχνει ότι θεωρεί την ανθρώπινη αξιοπρέπεια εγγενή της ανθρώπινης ύπαρξης και καταβάλλει κάθε προσπάθεια για την υπεράσπισή της.
VIII. ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΩΝ ΕΝΟΡΙΩΝ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΚΗ ΣΤΑΘΕΡΩΝ ΠΟΡΩΝ
Οι προσπάθειες ωστόσο που ανακουφίζουν άμεσα ευρείες αριθμητικά πληθυσμιακές ομάδες και ενδυναμώνουν το πλαίσιο σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας εκδηλώνονται σε τοπικό επίπεδο, στην επικράτεια συγκεκριμένων ενοριών.
Έχει μάλιστα αρχίσει να αντιμετωπίζεται με επιστημονικό τρόπο μέσω ερευνών η προσφορά της Εκκλησίας, και να αποκρυσταλλώνεται με αριθμητικά δεδομένα.
Από μια τέτοια μελέτη για έναν δήμο της Αττικής συνάγεται το συμπέρασμα ότι το κοινωνικό έργο των ενοριών είναι σημαντικό, απευθύνεται δε σε όλες τις ηλικιακές ομάδες και τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη.
Η συνηθέστερη βοήθεια είναι η προετοιμασία καθημερινών γευμάτων στους άπορους δημότες και η οικονομική ενίσχυσή τους. Την ίδια ώρα στηρίζονται πολύτεκνες οικογένειες που δυσκολεύονται να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες.
Ακόμη, σε συνεργασία με τις τοπικές αρχές και τους αρμόδιους κρατικούς φορείς, η Εκκλησία συντονίζει το κοινωνικό της έργο και συνδράμει όλους τους ενορίτες.
Αναπτύσσονται έτσι πολλές δραστηριότητες που απευθύνονται στους νέους, όπως τα κατηχητικά σχολεία, τα μαθήματα παραδοσιακών χορών, βυζαντινής μουσικής και αγιογραφίας, καθώς και επικοινωνία μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Η συμμετοχή των νέων κρίνεται υψηλή, ωστόσο αναγνωρίζεται ότι υπάρχουν περιθώρια για περαιτέρω δράσεις ώστε να έρθουν πιο κοντά στην εκκλησία και να επωφεληθούν από την προσφορά και το έργο της, το οποίο πολύ συχνά είναι καθαρά κοινωνικού και όχι μόνο θρησκευτικού χαρακτήρα.
Η ίδια μελέτη παρέχει όμως και την ευκαιρία για μια εμβάθυνση στην προέλευση των πόρων της Εκκλησίας, οι οποίοι μπορεί μεν να αξιοποιούνται συνετά, αποτελώντας παράδειγμα ηθικής διακυβέρνησης στον τομέα των δαπανών, μάλιστα για την ανακούφιση του κοινωνικού συνόλου και τη διατήρηση της αξιοπρέπειας του ατόμου, αναδεικνύουν όμως και το τεράστιο πρόβλημα της επάρκειας υπό ιδανικές αποκλειστικά συνθήκες φιλανθρωπίας και αλληλεγγύης.
Διαπιστώνεται ότι το κοινωνικό έργο καθορίζουν ποικίλοι παράγοντες, καθώς τα έσοδα προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από τη συνεισφορά των πιστών στο παγκάρι και το ταμείο φιλανθρωπίας, κυρίως όμως από τις προσφορές και τις δωρεές τους, οι οποίες ενισχύουν σημαντικά το έργο των ενοριών.
Επιπλέον, μέσω της διοργάνωσης λαχειοφόρων αγορών και διαφόρων εκδηλώσεων ή εκδρομών, εξασφαλίζονται έσοδα που επιτρέπουν στην Εκκλησία να επιτελέσει το έργο της.
Με άλλα λόγια το κοινωνικό έργο της Εκκλησίας εξαρτάται εν πολλοίς από την φιλανθρωπία των εχόντων και από ποικίλες δραστηριότητες εθελοντικής προσέλευσης.
Αυτά δεν είναι δυνατόν να αποτελέσουν προδιαγεγραμμένου ύψους εφόδιο, που θα εξασφάλιζε σταθερό κοινωνικό έργο ή τη βάση για διεύρυνση των ενεργειών προς ανακούφιση μεγαλύτερων αριθμητικά πληθυσμιακών ομάδων, ειδικά των ευάλωτων.
IX. Η ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΓΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ
Μια τέτοια προοπτική θα μπορούσε να την εξασφαλίσει η αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας.
Δεν πρόκειται για πρόταση εν κενώ, αφού ήδη έχουν προηγηθεί επαφές του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμου με τον πρωθυπουργό της χώρας Κυριάκο Μητσοτάκη.
Ο πολιτικός αρχηγός έχει μάλιστα δηλώσει: «Εμείς θέλουμε η Εκκλησία να μπορεί να έχει τη δυνατότητα να εκμεταλλεύεται την ακίνητη περιουσία της και μέσα από τα έσοδα από αυτήν την ακίνητη περιουσία, να μπορεί να στηρίζει το εξαιρετικά πλούσιο και σημαντικό κοινωφελές της έργο».
Συμφωνία που υπεγράφη το 2022 αφορούσε στην αξιοποίηση ακινήτου στο Σχιστό Αττικής.
Είναι βεβαίως αναγκαίο να εισαχθεί άμεσα ένα διευρυμένο ρυθμιστικό πλαίσιο, το οποίο θα αντιμετωπίζει το αντικείμενο ενεργά και μάλιστα σε πανελλαδική βάση.
Ίσως το προσφέρουν οι επαφές των δύο προαναφερθέντων προσώπων οι οποίες έχουν αναπτυχθεί και στη διετία 2025-2026.
Τον Ιανουάριο του 2025, ο Αρχιεπίσκοπος παρουσίασε προτάσεις για την αξιοποίηση εκκλησιαστικών ακινήτων προς υποστήριξη της κοινωνικής κατοικίας και της ανάπτυξης φοιτητικών εστιών. Η μεταγενέστερη κοινή επίσκεψή τους στο φοιτητικό οικοτροφείο της Αποστολικής Διακονίας στην Αγία Βαρβάρα ανέδειξε τη συμβολή της Εκκλησίας στη φοιτητική μέριμνα και τις δυνατότητες στενότερης συνεργασίας μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας.
Εξάλλου, ήδη από τον Αύγουστο 2013 έχει ψηφιστεί ο νόμος 4182 βάσει του οποίου συστάθηκε η Εταιρεία Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας Α.Ε. με κύριο σκοπό της την τόνωση των δημόσιων ταμείων μέσω των εσόδων από ακίνητα του χαρτοφυλακίου της Εκκλησίας, που θα πηγαίνουν εξ’ ημισείας σε εκκλησία και δημόσιο.
Για πολλά χρόνια ωστόσο δεν υπήρξαν έσοδα καθώς δεν δρομολογήθηκε η αξιοποίηση οποιουδήποτε ακινήτου.
Ας σημειωθεί ότι οι συζητήσεις που συστηματοποιήθηκαν από το 2022-2023 και εξής περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τη δρομολόγηση προγραμμάτων στέγασης σε ακίνητα και εγκαταστάσεις της Εκκλησίας, όπως η διαμόρφωση φοιτητικών εστιών και διάθεσής τους με κοινωνικά – εισοδηματικά κριτήρια.
Η Εκκλησία έχει θέσει ως σημαντική προϋπόθεση την ελάφρυνση της φορολογίας για τα ακίνητα που διαθέτει, ενώ θα διαδραματίσει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο η διευθέτηση των διεκδικήσεων έναντι του Δημοσίου για μια σειρά από ακίνητα και εκτάσεις.
Όλα αυτά είναι πολύ σημαντικά ενόψει της συζήτησης για την αξιοποίηση, μεταξύ άλλων, του παράκτιου μετώπου Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ — Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΩΣ ΠΡΑΞΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ
Το κοινωνικό έργο της Εκκλησίας αποτελεί τον οδηγό για την προάσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας υπό την καθοδήγηση ηθικών κανόνων και πρακτικών διακυβέρνησης.
Η Εκκλησία της Ελλάδος είναι σε θέση να υπάρξει σημαντικός αρωγός του κράτους, με δεδομένη την αξιοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων.
Τα σημαντικότερα ωστόσο από αυτά παραμένουν αναξιοποίητα.
Απαιτείται το ρυθμιστικό πλαίσιο που θα δώσει τέλος σε αυτή την εκκρεμούσα κατάσταση, αφού η κάλυψη των αναγκών των ανθρώπων που παρουσιάζουν ανάγκες δεν μπορεί να παραμένει σε εκκρεμότητα.
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας!
1 Βλ. για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ως θεμελιώδες δικαίωμα το κείμενο του Χάρτη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με τίτλο CHARTER OF FUNDAMENTAL RIGHTS OF THE EUROPEAN UNION (2000/C 364/01) στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.europarl.europa.eu/charter/pdf/text_en.pdf.
2 Βλ. για το επεξηγηματικό επί του δικαιώματος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας κείμενο στην ιστοσελίδα της European Union Agency for Fundamental Rights και συγκεκριμένα στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://fra.europa.eu/el/eu-charter/charter/article/1-anthropini-axioprepeia.
3 Ansari, S. A. (2019). Human Dignity and Human Rights: An Overview. Gap Interdisciplinarities, III(1), 149-154. Ανάκτηση του ορισμού από την ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.gapgyan.org/res/articles/(149-154)%20HUMAN%20DIGNITY%20AND%20HUMAN%20RIGHTS%20AN%20OVERVIEW.pdf.
4 Boucault, B. (2012). Ηθική και Δεοντολογία: η πυξίδα της δημόσιας δράσης. Στο: Χρ. Κασίμη (επιμ.), Ηθική και Δεοντολογία στη Σύγχρονη Δημόσια Διοίκηση. Πρακτικά Συνεδρίου ΕΚΔΔΑ/ΕΝΑ • Αθήνα, 9 Δεκεμβρίου 2011. Αθήνα: ΕΚΔΔΑ, σελ. 24-24. https://www.ekdd.gr/images/diethnoi/Praktika_Ekdda_Ena_GR.pdf.
5 Verma, A. (2018). Ethical Governance: The Changing Face of Administration. Journal of Management Research and Analysis (JMRA) 5(2), 97-98. Ανάκτηση κειμένου από την ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.academia.edu/37626119/_Ethical_Governance_The_Changing_Face_of_Administration_ETHICS_AND_ADMINISTRATION.
6 Agatiello, O. R. (2008). Ethical governance: beyond good practices and standards. Management Decision, 46(8), 1132. Ανάκτηση κειμένου από την ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.researchgate.net/publication/241699660_Ethical_governance_beyond_good_practices_and_standards.
7 Απιστούλας, Δ. κ.ά. (Συντακτική ομάδα) (2018). Δημόσια Διοίκηση και Ευπαθείς Κοινωνικές Ομάδες. Αθήνα: ΕΚΔΑΑ. https://resources.ekdd.gr/index.php/2021-06-03-10-49-49/143-efpatheis.
8 Clapsis, Em. (Rev.) (2016). Human Rights and the Orthodox Church in a Global World. Θεολογία, 2, 114-115. https://ecclesiagreece.gr/greek/press/theologia/material/2016_2_7_clapsis.pdf.
9 The Mission of the Orthodox Church in Today’s World. Κείμενο στην ιστοσελίδα της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://apostoliki-diakonia.gr/portfolio/our-work/.
10 Για το έργο του Γραφείου της Εκκλησίας της Ελλάδος στις Βρυξέλλες βλ. Church of Greece, Representation Office in Brussels, στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.churchofgreece.eu/.
11 Georgitsoyanni, E., Mitoula, R., Malindretos, G., & Passas, Th. (2014). The social offer of the Orthodox Church in the municipality of Aigaleo in Greece. Sustainable Development, Culture, Traditions Journal, 1(A), 15. https://www.researchgate.net/publication/337076678_The_social_offer_of_the_Orthodox_Church_in_the_municipality_of_Aigaleo_in_Greece.
12 Οι σχετικές πληροφορίες είναι διαθέσιμες στο διαδίκτυο, στην καθημερινή ειδησεογραφία, όπως σε άρθρο της Εφημερίδας Καθημερινή (14.09.2022), στο https://www.kathimerini.gr/politics/562043347/mitsotakis-theloyme-i-ekklisia-na-ekmetalleyetai-tin-akiniti-perioysia-tis/.
13 Οι συγκεκριμένες πληροφορίες από την ειδησεογραφία προέρχονται από την ιστοσελίδα ErtNews (23.1.2023), όπου το άρθρο: Η αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας στη συνάντηση Μητσοτάκη-Ιερώνυμου https://www.ertnews.gr/eidiseis/ellada/i-axiopoiisi-tis-ekklisiastikis-perioysias-sti-synantisi-mitsotaki-ieronymoy/.
14 Οι συγκεκριμένες πληροφορίες από την ειδησεογραφία προέρχονται από την ιστοσελίδα WorldEnergyNews (28.1.2025), όπου το άρθρο: Kαι η αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας στην εγκάρδια συνάντηση Πρωθυπουργού με Αρχιεπίσκοπο. Στο: https://www.worldenergynews.gr/epikairothta/articles/564341/kai-i-aksiopoiisi-tis-ekklisiastikis-periousias-stin-egkardia-synantisi-prothypourgoy-me-arxiepiskopo.
ENGLISH:
HUMAN DIGNITY AND ETHICAL GOVERNANCE IN SOCIETY
Address to the EPP Working Group on Intercultural and Religious Dialogue
European Parliament, Strasbourg | 21 October 2026
INTRODUCTION — HUMAN DIGNITY AND ITS PROTECTION
Ladies and Gentlemen,
Today, we have the opportunity to reflect on the fundamental right to human dignity, which is essential to human life, and on how its protection can be ensured through the governance of societies in accordance with ethical practices and values.
I. HUMAN DIGNITY IN EUROPEAN AND INTERNATIONAL LAW
In today’s European context, perhaps there is little need to say about the definition of this right, since the familiar Charter of Fundamental Rights of the European Union begins with it. Article 1 states, in just one line, that: “Human dignity is inviolable. It must be respected and protected.”
This concise formulation also suggests that human dignity acts as a bulwark against any infringement arising from the exercise of other rights.
According to the explanatory material of the European Union Agency for Fundamental Rights, “human dignity is not only a fundamental right in itself but constitutes the very basis of fundamental rights.” The Universal Declaration of Human Rights of 1948 enshrines human dignity in its Preamble, stating that “recognition of the inherent dignity and of the equal and inalienable rights of all members of the human family is the foundation of freedom, justice and peace in the world.”
The same explanatory material further notes that, in its judgment of 9 October 2001 in Case C-377/98, Netherlands v European Parliament and Council, particularly paragraphs 70 to 77 of the reasoning, the Court confirmed that “the fundamental right to human dignity forms part of Union law.”
It further established that none of the rights set out in the Charter may be used to undermine the dignity of another person, and that human dignity is inherent in the rights recognised by the Charter. It must therefore not be infringed, even when a right is restricted.
II. THE CONCEPT OF HUMAN DIGNITY AND THE EQUALITY OF HUMAN BEINGS
The legal recognition of this right, however, is not accompanied by a precise definition of the term. We therefore need to turn to the relevant literature to identify the common elements found in different definitions. What emerges is that human dignity is intrinsically linked to the very nature of human existence.
One author also examines the relationship between human dignity, the State and fundamental rights. Specifically, Shamina A. Ansari writes:
“Human Dignity can be defined as ‘An Individual or Group’s sense of self-respect and self-worth, physical and Psychological integrity and empowerment’. Human Dignity is inherent to every human being, inalienable and independent of the State. Whereas Human Rights are rights inherent to all Human Being, regardless of race, sex, nationality, ethnicity, languages, religion, or any other status. Human Rights include the right to life and liberty, freedom from slavery and torture, freedom of opinion and expression, the right to work and education and many more. The importance of Human Rights and the requirement to respect everyone’s right is based on the notion of Human Dignity: it is considered to be the foundation of Human Rights. All Human beings are born free and equal in dignity and rights.”
Naturally, a significant obstacle to the full realisation of this principle arises when certain religions approach rights differently, particularly where they promote unequal treatment on the basis of gender.
We must be prepared to discuss this problem openly and must not hesitate to distance ourselves from those who persist in such a devaluation of the human person.
III. ETHICAL GOVERNANCE: ITS MEANING AND THE ROLE OF THE STATE
The connection between human dignity and ethical governance, as required by the very theme of our meeting, undoubtedly presupposes a particular understanding of how society should be governed at the national level.
Three questions arise here:
a) What does ethical governance mean?
b) What is the role of the State in establishing and maintaining it?
c) To what extent is it achievable under the circumstances and crises that our world is experiencing today?
Regarding the first question, it should be noted that ethical governance does not concern only the actions of the State. It also concerns the way in which every organisation manages the human dimension of its operations and transactions.
More specifically, in relation to the State, ethical governance is associated with the need for transparency, equality, integrity and effectiveness in the functioning of institutions, particularly in the fields of justice, public administration and the wider provision of public services.
Ethics and professional standards are inextricably linked to the idea of an administration that serves citizens and those who use its services. They are integral to the structures of a State that upholds and protects the public interest while simultaneously serving the common good.
Turning to the second question, the modern welfare state is theoretically intended to promote the overall well-being of citizens and to support every individual, regardless of their social background.
It acts as a guardian, safeguarding citizens’ rights. Over the years, as circumstances have changed, citizens’ expectations of public administration have also increased.
Citizens interact with public officials in order to carry out everyday activities that have a direct impact on their lives.
Within this context, and from the perspective of ethical governance, administrative action should reflect a genuine concern for the overall well-being of citizens. Public servants must uphold high ethical standards, not only in their own conduct but also within the wider community, since they are responsible for implementing public policies.
Their role is decisive in managing available resources, providing high-quality public services and making substantive decisions that affect citizens’ lives in the course of their everyday activities.
IV. SOCIAL EXCLUSION AND THE VIOLATION OF HUMAN DIGNITY
The problem, however, often lies in answering the third question: how government action operates in practice and whether it may undermine human dignity and the rights associated with it, if not deliberately, then at least through negligence or established practices, many of which are driven by economic considerations.
Governments around the world, perhaps because of their inability to meet their responsibilities, increasingly relinquish activities traditionally inherent to their role through deregulation, privatisation, concessions, outsourcing or simple abandonment. This may occur even in sensitive areas such as food and medicine regulation, public health and personal safety.
As a result, social groups, particularly vulnerable ones, may experience conditions of social exclusion. Social exclusion can be described as a dynamic process involving the gradual and multidimensional breakdown of social bonds, expressed through declining participation, access and solidarity.
The social bond encompasses the network of social relationships, institutions and sense of belonging that together constitute social cohesion, inclusion and solidarity.
At the societal level, social exclusion reflects insufficient social cohesion or integration. At the individual level, it manifests itself in an inability to participate in ordinary social activities, often accompanied by a serious lack of essential qualifications and skills.
Its possible consequences include the loss of physical capabilities due to physical, psychological or intellectual impairments; confinement in institutions such as prisons and psychiatric hospitals; social stigma associated with stereotypes, racism and prejudice; psychological violence and humiliation; and, of course, poverty.
Other problems include hunger and malnutrition, poor health resulting from limited access to healthcare and the absence of social protection, homelessness and potentially unsafe living environments, juvenile delinquency, drug and alcohol abuse, widespread vandalism, theft and burglary, among many others.
All these conditions represent clear violations of human dignity.
At the same time, enormous sums will inevitably have to be spent on increased policing, the higher operating costs of courts and prisons, rising hospital expenditure resulting from accidents or violence, including domestic violence, and the maintenance of public spaces, schools and other facilities.
V. THE CHURCH AS A PARTNER OF THE STATE IN SERVING HUMANITY
At this point, we would argue that the modern State can and should accept assistance in restoring the ethical principles that ought to govern its social mission.
Such assistance can come from a partner traditionally associated with the moral dimension of human existence, but one that is also capable of making a practical contribution to the multifaceted work of public institutions and services.
This partner can be none other than the Church.
The potential role of the Church in the relationship between human dignity and ethical governance is historically grounded in its tradition and continues to be supported by its present-day capacity and activities.
The Church carries out this mission under difficult circumstances. At the local level, parishes seek to respond to increasing cultural diversity, exceptionally complex and interdependent economic realities, and the insecurity and fears generated by social change.
In the face of the dangers inherent in such an environment, peaceful and just coexistence is essential. It depends on a shared sense of community and on people’s willingness to cooperate with one another.
Nevertheless, some express concern that the participation of Orthodox Churches in collaborative initiatives promoting the dignity and rights of all human beings might gradually diminish the distinctiveness of religious faith, rendering it secondary or incidental. Others fear that such participation might lead to an understanding of Orthodox moral principles and values detached from, or independent of, their theological foundations.
Yet, by distancing itself from such initiatives, the Church would give less importance to the ideal of human rights, focusing exclusively on its internal life and disregarding the challenges posed by the contemporary world.
VI. THE THEOLOGICAL FOUNDATIONS OF COMMON SERVICE
Within this context, Apostoliki Diakonia, an official ecclesiastical organisation operating under the Holy Synod of the Church of Greece, has produced a text that addresses the mission of the Orthodox Church directly and without evasion.
Its very title makes clear that its concerns include the establishment of peace, justice, freedom, fraternity and love among peoples, as well as the elimination of racial and other forms of discrimination.
In the chapter entitled The Dignity of the Human Person, the theological foundations for the necessity of inter-Christian cooperation are established, particularly in relation to the protection of human dignity.
This means that, without pursuing religious syncretism, the efforts of all Christians, without exception, should be coordinated and strengthened, given the importance of their common recognition of the supreme value of the human person.
Common service is a commandment of God (Matthew 5:9).
VII. THE CONTRIBUTION OF THE OFFICE OF THE CHURCH OF GREECE IN BRUSSELS
The multifaceted work of the Office of the Church of Greece in Brussels, which the speaker has the privilege, honour and joy of directing, has identified as one of its principal objectives the submission of observations and proposals to the competent European and national authorities.
Its ultimate aim is to contribute to discussions promoting peace, reconciliation and cooperation among the peoples of Europe.
Through its participation in initiatives promoted at European level concerning religious, spiritual, humanitarian and economic solidarity among the peoples of Europe and the wider world, the Office seeks to strengthen mutual respect, mutual understanding and solidarity.
By fostering a spirit of reconciliation and opposing xenophobia and racial discrimination, it demonstrates its conviction that human dignity is inherent in human existence and that every effort must be made to defend it.
VIII. THE SOCIAL WORK OF PARISHES AND THE NEED FOR STABLE FUNDING
Nevertheless, efforts that directly relieve the suffering of large population groups and strengthen respect for human dignity take place primarily at the local level, within individual parish communities.
The contribution of the Church has increasingly begun to be examined through scientific research, with its impact being documented through quantitative data.
A study conducted in a municipality in the Attica region concludes that the social work of parishes is significant and reaches people of all ages who are in need.
The most common forms of assistance include the preparation of daily meals for residents experiencing poverty and the provision of financial support. At the same time, large families struggling to meet their basic needs also receive assistance.
Furthermore, in cooperation with local authorities and the relevant public bodies, the Church coordinates its social work and supports members of its parish communities.
Numerous activities are also organised for young people, including Sunday schools, traditional dance classes, Byzantine music lessons and iconography courses, as well as communication through social media.
Youth participation is considered high. Nevertheless, there is recognition that further initiatives are needed to bring young people closer to the Church and enable them to benefit from its work, which very often has a distinctly social, rather than exclusively religious, character.
The same study also provides an opportunity to examine more deeply the sources of the Church’s financial resources.
These resources may be managed prudently, providing an example of ethical governance in expenditure, particularly when used to relieve social hardship and preserve human dignity. However, their examination also reveals the serious problem of ensuring adequate and predictable funding, even when philanthropy and solidarity are fully embraced.
The study shows that the social work of parishes depends on a variety of factors. Their income comes largely from the contributions of the faithful to collection boxes and charitable funds, but above all from offerings and donations, which significantly strengthen their work.
Additional income is generated through raffles, events and excursions, enabling the Church to carry out its mission.
In other words, the Church’s social work depends to a considerable extent on the generosity of those who have the means to give, as well as on various voluntary activities.
These sources of income cannot guarantee a predetermined and stable level of funding. Consequently, they cannot ensure the continuity of social services or provide a reliable foundation for expanding assistance to larger population groups, particularly the most vulnerable.
IX. THE USE OF CHURCH PROPERTY FOR SOCIAL PURPOSES
Such a prospect could be secured through the effective use of Church property.
This is not an abstract proposal, since discussions have already taken place between His Beatitude Archbishop Ieronymos II of Athens and All Greece and the Prime Minister of Greece, Kyriakos Mitsotakis.
The Prime Minister has stated:
“We want the Church to have the opportunity to make use of its real estate and, through the income generated by that property, to support its exceptionally rich and important charitable work.”
An agreement signed in 2022 concerned the development of a property in Schisto, Attica.
A broader regulatory framework must now be introduced without delay, addressing the issue proactively and throughout the country.
The contacts developed between the two aforementioned figures during 2025 and 2026 may help provide the necessary impetus.
In January 2025, the Archbishop presented proposals for making use of Church property to support social housing and the development of student accommodation.
Their subsequent joint visit to the student residence operated by Apostoliki Diakonia in Agia Varvara highlighted the Church’s contribution to student welfare and the opportunities for closer cooperation between Church and State.
Furthermore, Law 4182 was enacted in August 2013, providing for the establishment of the Company for the Utilisation of Church Property S.A.
Its principal purpose was to generate revenue from real estate within the Church’s property portfolio, with the proceeds intended to be divided equally between the Church and the State, thereby contributing to public finances.
For many years, however, no revenue was generated, since no property development projects were initiated.
It should be noted that discussions intensified from 2022–2023 onwards and have included plans for housing programmes on Church-owned land and in Church facilities, such as the development of student residences and their allocation according to social and income-related criteria.
The Church has identified tax relief for its properties as an important prerequisite. The resolution of disputes with the State concerning a number of properties and land holdings will also play a particularly significant role.
All these issues are especially important in view of discussions concerning the development of, among other areas, the coastal zone of Vari, Voula and Vouliagmeni.
CONCLUSION — HUMAN DIGNITY AS AN ACT OF SOCIAL RESPONSIBILITY
The social work of the Church provides a guiding example of how human dignity can be defended through ethical principles and responsible governance practices.
The Church of Greece is in a position to become a significant partner of the State, provided that its property assets are effectively utilised.
Yet many of its most important assets remain unused.
A regulatory framework is therefore required to bring this prolonged state of uncertainty to an end, because meeting the needs of people who require support cannot remain an unresolved issue.
Thank you for your attention!
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ






